Δύο πιάτα θα σου «χτυπήσουν» τη μνήμη: Αν αγαπάς το ελληνικό φαγητό, δε γίνεται να μην πας στο Γιαγιά Κούκου

Σε αυτό το εστιατόριο η ένωση του παραδοσιακού με το μοντέρνο είναι αυτό ακριβώς που ζητά ο μέσος καταναλωτής από την εστίαση και τους σεφ.

Exodos Team
• 26-01-2026 | 06:24

Από την Κύθνο στο κέντρο της Αθήνας, μια Γιαγιά που μπορεί να είναι Κούκου, κάνει όμως κου-κουζίνα που θα κάνει εσένα κούκου με τις γεύσεις της, αυτό το εστιατόριο ήρθε πριν 1 χρόνο στην πλατεία Αγίας Ειρήνης και χαρίζει συναρπαστικά οικείες γεύσεις που δε θες εύκολα να τις αποχωριστείς.

Η Γιαγιά Κούκου είναι ένα κόνσεπτ που ακολουθεί πιστά το πρώτο σκέλος του ονόματος. Σε έναν χώρο στην Αγίας Ειρήνης με άφθονη βιντατζιά και έπιπλα, πολυθρόνες, τραπέζια, που σε πάνε στα χρόνια εκείνα που πήγαινες στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού και έβλεπες το ξύλο και τα «παρδαλά» κεντήματα, θα συναντήσεις γεύσεις μη παρδαλές, δηλαδή όχι περίπλοκες και δήθεν εξεζητημένες, αλλά απέριττες, με ποντάρισμα στην καλή εκτέλεση.

Υπό την ηγεσία στην κουζίνα του σεφ Νίκου Ευσταθίου, το Γιαγιά Κούκου πρεσβεύει την ελληνική γαστρονομία, την αναδεικνύει, της υποκλίνεται.

 


Στο μενού θα συναντήσετε πιάτα που χαρακτηρίζονται από απλότητα, είναι συναρπαστικά όμως στη γεύση. Θα ξεκινήσουμε από αυτά που μας αρέσουν πολύ, για να φτάσουμε στα δύο που δε χορταίνουμε να τα τρώμε και να τα ξανατρώμε.

Πρώτα και κύρια, έχει ένα αφράτο σιμιγδαλένιο πιτάκι, που μόνο πιτάκι δεν το λες, διότι είναι αρκετό για να το ανοίξεις, να αλείψεις μέσα του την κρέμα λευκού ταραμά με brick σολομού και πούδρα χαρουπιού. Μετά πάμε στο λαβράκι σεβίτσε με τσίλι, κρέμα αβοκάντο, βανίλια και χυμό εσπεριδοειδών, που είναι το ιδανικό umami. Παίρνεις τόσες γεύσεις, το όξινο, το πικάντικο, τόσες υφές, είναι ένα σεβίτσε αριστούργημα. Το λαβράκι έρχεται και σε μορφή κυρίως πιάτου, με σοτέ λαχανικά, καμένο βούτυρο και λευκή σάλτσα, που μαζί με το ossobuco με κρέμα γραβιέρας, σου βάζουν ένα από τα μεγαλύτερα διλήμματα.

Δύο πιάτα θα σου «χτυπήσουν» τη μνήμη: Αν αγαπάς το ελληνικό φαγητό, δε γίνεται να μην πας σε αυτό το εστιατόριο

Τα 2 πιάτα που ξεχωρίζουν στο εστιατόριο

Ποιοτικά, ποσοτικά επαρκέστατα, πιάτα πληθωρικά. Να μας συμπαθούν όμως όλα τους, ειδικά αυτά που έχουν ψάρι ή κρέας και, θεωρητικά, θα έπρεπε να είναι οι πρωταγωνιστές, διότι βλέπουν την πλάτη της χορτόπιτας και της σιφνέικης ρεβυθάδας.

Η χορτόπιτα με χόρτα εποχής, σπανάκι, φέτα αρκαδίας και ντιπ αρωματικού γιαουρτιού για συνοδευτικό, είναι σα να έχει πάρει ο σεφ με κάποια μπάλα όπως στο Space Jam το ταλέντο γιαγιάδων από την Ήπειρο, να το απορρόφησε και να έγινε ένας σεφ-σούπερ γιαγιά που, με τη βοήθεια όλης της κουζίνας κάνουν μια πίτα με τόσο τραγανό φύλλο και γέμιση που λιώνει στο στόμα. Θα λέγαμε ότι δεν έχουμε λόγια να το περιγράφουμε, αλλά ήδη έχουμε αφιερώσει μια παράγραφο. Το εν λόγω πιάτο το παίρνεις μόνο του και δε δίνεις σε κανέναν.

Δύο πιάτα θα σου «χτυπήσουν» τη μνήμη: Αν αγαπάς το ελληνικό φαγητό, δε γίνεται να μην πας σε αυτό το εστιατόριο

Κι ήρθε η ώρα του πρωταγωνιστή. Διότι, η χορτόπιτα είναι για να πάρει το Όσκαρ Β’ Ερμηνείας, είναι ο sidekick του πρωταγωνιστή. Η ταινία έχει γραφτεί για τη σιφνέικη ρεβυθάδα που προτείνεται από κάθε επισκέπτη στο εστιατόριο και όχι άδικα. Ιδανική σε ποσότητα για να μπορέσεις να εκτιμήσεις τη δουλειά που έχει γίνει, διότι το ρεβύθι δεν είναι ένα εύκολο όσπριο. Είναι από τα αρκετά δύσκολα.

Μαγειρεύεται με μαρινάτο γαύρο, ραπανάκι και φιλέτο πορτοκάλι, με μια σος που έχει ρουφήξει τα ζουμιά από τον γαύρο και τα ρεβύθια, που αποκτά μια ελαφρά γλυκάδα και κάνει τα ρεβύθια όσο χρειάζεται μαλακά, για να λιώσουν στο στόμα. Η ζεστασιά ενός πιάτου που έχει βγει από τον φούρνο και έχει σερβιριστεί στο πιάτο, είναι το πρώτο βήμα. Η γεύση είναι το δεύτερο. Μαζί, είναι δυο γάντια που σου ρίχνουν ταυτόχρονα κροσέ και άπερκατ και δε βγάζουν νοκ άουτ.

Αν θες ένα εστιατόριο που να αναβαθμίζει το γευστικό σου εύρος, που να σου συστήνει νέους ορίζοντες, αλλά χωρίς να απομακρύνεται από την ελληνική γαστρονομική παράδοση, τότε το Γιαγιά Κούκου είναι η απάντηση. Και ο σεφ αξίζει θερμά εύσημα. Όπως και τα παιδιά στο σέρβις που συχνά μένουν στη σκιά, αλλά η δική τους συνεισφορά κάνει ακόμα πιο απολαυστική τη χορτόπιτα και τη ρεβυθάδα.

📍Παναγή Σκουζέ 4, Πλατεία Αγίας Ειρήνης